Η έλλειψη βιταμίνης D3 μπορεί να συμβάλει στην αύξηση του κινδύνου πρόκλησης διαβήτη τύπου 2©

Υπό του Δρ. Δημητρίου Ν. Γκέλη - MD, ORL, DDS, PhD, Medical Life Coach

Σύμφωνα με τις επιδημιολογικές μελέτες, που έχουν γίνει μέχρι σήμερα, η έλλειψη βιταμίνης D3 είναι πολύ διαδεδομένη μεταξύ των ατόμων που πάσχουν από διαβήτη. Σε μελέτες που έγιναν in vivo αποκαλύφθηκε ότι η έλλειψη βιταμίνης D3 ελαττώνει την ικανότητα των βήτα κυττάρων των νησιδίων του παγκρέατος να εκκρίνουν ινσουλίνη [1].

Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης Ιατρός, Ωτορινολαρυγγολόγος, Οδοντίατρος, Διδάκτωρ της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών

Δαμασκηνού 46, Κόρινθος 20131

Τηλ. 00302741026631  00306944280764     pharmage@otenet.gr
www.gelis.gr
www.pharmagel.gr

ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ: Προληπτική Ιατρική,  Αντιγήρανση,  Συμπληρωματική  Ιατρική, Medical Life Coaching
Γκέλη Αικατερίνη
Ιατρός,
Ακτινοδιαγνώστρια με ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην Ιατρική Διατροφολογία, Ακτινοδιαγνωστική και Υπερηχογραφική Διαγνωστική, Περιβαλλοντική Ιατρική, Συμπληρωματική Ιατρική

Διεύθυνση Ιατρείου: Παπαληγούρα 16, Άσσος Κορινθίας, Τηλ. 2741087758, 6944644820 email:kgkeli@hotmail.co


Υπάρχουν επίσης άφθονες αποδείξεις ότι, τα χαμηλά επίπεδα του κύριου μεταβολίτη της βιταμίνης D3, που είναι η 25-υδροξυβιταμίνη D3 ( γενικά αποδεκτός δείκτης μέτρησης των επιπέδων της βιταμίνης D3 στο ανθρώπινο σώμα) σχετίζονται με διαταραχή της ανοχής της γλυκόζης και την εμφάνιση διαβήτη [2].

Οι υψηλές συγκεντρώσεις της 25(OH)D3 προμηνύουν ελάττωση του κινδύνου πρόκλησης διαβήτη τύπου 2 σε άτομα με προδιαβήτη, αλλά όχι σε άτομα με φυσιολογική ανοχή στη γλυκόζη [3].

Επίσης, η πρόσληψη υψηλότερων ποσοτήτων βιταμίνης D3 έχει σχετιστεί με σημαντική ελάττωση του κινδύνου πρόκλησης διαβήτη τύπου 2 [4], ενώ η συμπληρωματική χορήγηση βιταμίνης D3 και ασβεστίου μπορούν εςπιπλέον να βελτιώσουν την ομοιοστασία της γλυκόζης σε ενήλικα άτομα με διαταραγμένα επίπεδα γλυκόζης νηστείας [5].

Κάποτε ο διαβήτης είχε χαρακτηριστεί ως νόσος του Δυτικού κόσμου. Σήμερα όμως η εξάπλωση της επιδημίας του διαβήτη αυξάνει συνεχώς και στις χώρες της Ασίας [6].

Η αντιμετώπιση του διαβήτη απαιτεί τη διαρκή επαγρύπνηση των πασχόντων, την τήρηση αυστηρού αντιδιαβητικού διαιτολογίου, τη λήψη φαρμάκων και τη σταθερή και συνεχή συνεργασία του διαβητικού ασθενούς με το γιατρό του.
Ο ανεξέλεγκτος διαβήτης συνοδεύεται από δυσάρεστες επιπλοκές, που αυξάνουν τη νοσηρότητα και θνησιμότητα των πασχόντων.

Ο διαβήτης μπορεί να διαταράξει σημαντικά την ποιότητα της ζωής των διαβητικών και αν δεν τεθεί σε αποτελεσματικό έλεγχο, μπορεί να βάλει σε κίνδυνο τη ζωή του.
Γιαυτό το λόγο αναζητούνται παράγοντες που θα μπορούσαν να τροποποιήσουν ή να περιορίσουν τους παράγοντες κινδύνου πρόκλησης διαβήτη τύπου 2.

Στους παράγοντες αυτούς περιλαμβάνεται η απόκτηση διαβητοπροστατευτικών διατροφικών συνηθειών και η συχνή σωματική άσκηση, που αποτρέπουν την εκδήλωση του διαβήτη τύπου 2.

Η σύγχρονη έρευνα έδειξε ότι η βιταμίνη D μπορεί να παίξει σημαντικό διαβητοπροστατευτικό ρόλο, βοηθώντας το ανθρώπινο σώμα των υγιών ατόμων να διατηρεί κανονικά επίπεδα σακχάρου.
Τόσον οι γιατροί, όσο και οι ερευνητές επιστήμονες θεωρούν ότι αυτή η σχέση υπάρχει, διότι η βιταμίνη D έχει την ικανότητα να ρυθμίζει τη λειτουργία των β-κυττάρων των νησιδίων του παγκρέατος, τα επίπεδα των συγκεντρώσεων της ινσουλίνης και να ελέγχει τη φλεγμονή [7].

Μπορεί η έλλειψη βιταμίνης D να αυξήσει τον κίνδυνο πρόκλησης διαβήτη;
Σε μια πρόσφατη μελέτη που έγινε στην Κίνα από τον Yun Gao και τους συνεργάτες του (2018) ερευνήθηκε το εάν τα επίπεδα της βιταμίνης D στον οργανισμό ήταν παράγοντας ή δείκτης πρόβλεψης του προδιαβήτη [8].

Προδιαβήτης είναι η διαταραχή των επιπέδων γλυκόζης νηστείας και/ή διαταραγμένη ανοχή της γλυκόζης [9] και της έναρξης του διαβήτη τύπου 2 μέσα σε ένα χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών.

Στην παραπάνω μελέτη συμμετείχαν 490 υγιή άτομα, στα οποία μετρήθηκαν τα επίπεδα της 25-υδροξυβιταμίνης D3 , της γλυκόζης και της ινσουλίνης κατά την έναρξη και στο τέλος της μελέτης.
Τα ερευνηθέντα άτομα υποδιαιρέθηκαν σε 4 ομάδες βάσει των επιπέδων συγκέντρωσης της 25-υδροξυβιταμίνης D3

Ομάδα 1: 5.58 – 13.42 ng/ml (13.93 – 33.56 nmol/l)

Ομάδα 2: 13.43 – 16.04 ng/ml (33.57 – 40.11 nmol/l)

Ομάδα 3: 16.05 – 18.55 ng/ml (40.12 – 46.38 nmol/l)

Ομάδα 4: 18.56 – 32.12 ng/ml (46.39 – 80.30 nmol/l)

Η έρευνα είχε τα ακόλουθα αποτελέσματα:
• Το 48.5% των συμμετασχόντων στην έρευνα ανέπτυξε προδιαβήτη και το 15.8% ανέπτυξε διαβήτη τύπου 2.

• Τα άτομα με χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D3 είχαν τριπλάσια δυνατότητα να αναπτύξουν προδιαβήτη. Και άνω από 5.5 φορές να αναπτύξουν διαβήτη τύπου 2. .

• Τα χαμηλά επίπεδα; Της βιταμίνης D3 ήταν ένας ανεξάρτητος παράγοντας πρόβλεψης διαταραχής της ευαισθησίας ινσουλίνης μέσα στην περίοδο των 4 ετών, που διήρκεσε η έρευνα.
Συμπερασματικά, σε αυτή την προοπτική μελέτη βρέθηκε ότι τα χαμηλά επίπεδα της 25 υδροξυβιταμίνης D θα μπορούσαν να είχαν συμβάλλει στη συχνότητα εκδήλωσης του προδιαβήτη ή του διαβήτη τύπου 2 στον Κινεζικό πληθυσμό [8].

Τι συστήνεται
Συστήνεται να γίνονται μετρήσεις των επιπέδων της 25 υδροξυβιταμίνης D3 , δύο φορές το χρόνο.
Oι περισσότεροι ειδικοί στη βιταμίνη D συμφωνούν ότι :

Ως έλλειψη της βιταμίνης D3 ορίζεται η παρουσία επιπέδων 25-υδρόξυβιταμίνης D3 [25(OH)D3)] στον ορό, κάτω από τα 20 ng/ml (50 nmol/L)

Ως ανεπάρκεια της βιταμίνης D3 θεωρείται η συγκέντρωση των 21-29 ng/mL (52 - 74 nmol/L) και

Ως επάρκεια της βιταμίνης D3 θεωρείται η συγκέντρωση των 30-100 ng/mL (75 - 249 nmol/L). [10, 11].

Οι ευνοϊκότερες συγκεντρώσεις της 25 υδροξυβιταμίνης D3 είναι οι μεγαλύτερες των 75 nmol/l (30 ng/ml)και για την πρόληψη του καρκίνου τα 90-120 nmol/l (36-48 ng/ml).[11, 12].

Σε κάθε περίπτωση τα επίπεδα της 25 υδροξυβιταμίνης D3 θα πρέπει να διατηρούνται στα παιδιά και τους ενηλίκους >30 ng/mL , προκειμένου να αξιοποιείται πλήρως η ευεργετική δράση της βιταμίνης D3 στην ανθρώπινη υγεία [11].

Αυτό μπορεί να επιτευχθεί αν εκθέτει κανείς το σώμα του ή μεγάλο μέρος του σώματός του. καθημερινά για 12-15 λεπτά στον ήλιο, τους θερινούς μήνες του έτους. Εφόσον αυτό δεν είναι κατορθωτό ή δεν αρκεί συνιστώ την καθημερινή, συμπληρωματική λήψη φυσικής βιταμίνης D3 και όχι συνθετικής.

Η πιο ευαπορρόφητη και ασφαλής μορφή βιταμίνης D3 είναι αυτή που υπάρχει στο D3 Gkelin drops, μαζί με ελαιόλαδο, χωρίς κανένα έκδοχο ή χημικό συντηρητικό.

Η δοσολογία καθορίζεται βάσει των επιπέδων της 25 υδροξυβιταμίνης D3 στο αίμα. Στους ενήλικες ασθενείς η δοσολογία επηρεάζεται από το βάρος, την εθνικότητα και το γεωγραφικό πλάτος κατοικίας των πασχόντων.

Τα υπέρβαρα άτομα χρειάζονται διπλάσια δόση, ενώ τα παχύσαρκα τριπλάσια δόση, από αυτή που παίρνει ένα άτομο κανονικού βάρους.
Αν αποφασιστεί η συμπληρωματική χορήγηση βιταμίνης D3 επιλέγεται η φυσική και όχι η φθηνή συνθετική βιταμίνη D3, η οποία δεν περιέχει πρόσθετες ουσίες ή έκδοχα ή χημικά συντηρητικά. Από τα κυκλοφορούντα συμπληρώματα βιταμίνης D3, oι σταγόνες D3 Gkelin περιέχουν φυσική βιταμίνη D3 σε ελαιόλαδο. Λεπτομέρειες για τη δοσολογία της βιταμίνης D3 βλέπε: D3 Gkelin drops

Βιβλιογραφική Ενημέρωση
1. Li YX, Zhou L. Vitamin D Deficiency, Obesity and Diabetes. Cell Mol Biol (Noisy-le-grand). 2015 Jun 10;61(3):35-8.

2. Hurskainen AR, Virtanen JK, Tuomainen TP, Nurmi T, Voutilainen S. Association of serum 25-hydroxyvitamin D with type 2 diabetes and markers of insulin resistance in a general older population in Finland. Diabetes Metab Res Rev. 2012 Jul;28(5):418-23. doi: 10.1002/dmrr.2286. Epub 2012 Feb 8.

3. Deleskog A, Hilding A, Brismar K, Hamsten A, Efendic S, Östenson CG. Low serum 25-hydroxyvitamin D level predicts progression to type 2 diabetes in individuals with prediabetes but not with normal glucose tolerance. Diabetologia. 2012 Jun;55(6):1668-78. doi: 10.1007/s00125-012-2529-x.

4. G. Pittas, B. Dawson-Hughes, T. Li et al., “Vitamin D and calcium intake in relation to type 2 diabetes in women,” Diabetes Care, vol. 29, no. 3, pp. 650–656, 2006.

5. G. Pittas, S. S. Harris, P. C. Stark, and B. Dawson-Hughes, “The effects of calcium and vitamin D supplementation on blood glucose and markers of inflammation in nondiabetic adults,” Diabetes Care, vol. 30, no. 4, pp. 980–986, 2007.

6. Lam DW, LeRoith D. The worldwide diabetes epidemic. Curr Opin Endocrinol Diabetes Obes. 2012 Apr;19(2):93-6. doi: 10.1097/MED.0b013e328350583a.

7. Stumpf WE. Vitamin D and the digestive system. Eur J Drug Metab Pharmacokinet. 2008 Apr-Jun;33(2):85-100.

8. Gao, Y. et al. Vitamin D and Incidence of Prediabetes or Type 2 Diabetes: A Four-Year Follow-Up Community-Based Study. Disease Markers, 2018.

9.Buysschaert M, Bergman M. Definition of prediabetes. Med Clin North Am. 2011 Mar;95(2):289-97, vii. doi: 10.1016/j.mcna.2010.11.002.

10.Holick MF. Vitamin D: a D-Lightful health perspective. Nutr Rev. 2008 Oct;66(10 Suppl 2):S182-94. doi: 10.1111/j.1753-4887.2008.00104.x.

11.Holick MF. Vitamin D status: measurement, interpretation, and clinical application. Ann Epidemiol. 2009 Feb;19(2):73-8. doi: 10.1016/j.annepidem.2007.12.001. Epub 2008 Mar 10.

12.Bischoff-Ferrari HA. Optimal serum 25-hydroxyvitamin D levels for multiple health outcomes. Adv Exp Med Biol. 2008; 624:55-71.



Από το 2003 ο Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης μελετά, ερευνά και έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ευεργετική δράση της βιταμίνης D στον ανθρώπινο οργανισμό, έχοντας συνειδητοποιήσει την πανδημία έλλειψης βιταμίνης D στον Ελληνικό πληθυσμό. O Δρ Γκέλης με την αρθρογραφία του στην ιστοσελίδα του, www.d3gkelin.gr, ακούραστα και ακατάπαυστα εκπαιδεύει το κοινό για τη σημασία της βιταμίνης D στην πρόληψη, αλλά και στην αντιμετώπιση παθολογικών καταστάσεων, που οφείλονται σε έλλειψη ή ανεπάρκεια της βιταμίνης D.


 

Σημείωση: Το παρόν επιστημονικό άρθρο γράφτηκε για λόγους ενημέρωσης των ιατρών και των λοιπών επιστημόνων υγείας και δεν αποτελεί  μέσο διάγνωσης ή αντιμετώπισης ή πρόληψης ασθενειών, ούτε αποτελεί ιατρική συμβουλή για ασθενείς, από τον συγγραφέα ή τους συγγραφείς του άρθρου.

Την ευθύνη της διάγνωσης, θεραπείας και πρόληψης των ασθενειών τις έχει μόνον ο θεράπων ιατρός του κάθε ασθενούς, αφού πρώτα κάνει προσεκτικά ακριβή διάγνωση.
Γιαυτό συνιστάται η αποφυγή της αυθαίρετης εφαρμογής ιατρικών πληροφοριών από μη ιατρούς. Τα συμπληρώματα διατροφής δεν είναι φάρμακα, αλλά μπορεί να χορηγούνται συμπληρωματικά, χωρίς να παραιτούνται οι ασθενείς από  τις αποδεκτές υπό της ιατρικής επιστήμης θεραπείες ή θεραπευτικές τεχνικές και μεθόδους, που γίνονται, όταν χρειάζονται, υπό ιατρική καθοδήγηση,  παρακολούθηση και ευθύνη. Οι παρατιθέμενες διαφημίσεις εξυπηρετούν της δαπάνες συντήρησης της παρούσας ιστοσελίδας 

 

Το παρόν άρθρο προστατεύεται από το Νόμο 2121/1993 και 4481/2017 για την πνευματική ιδιοκτησία. Η ολική ή μερική αντιγραφή του παρόντος επιστημονικού άρθρου χωρίς τη γραπτή έγκριση του Δρ Δημητρίου Ν. Γκέλη θεωρείται κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας και διώκεται βάσει της νομοθεσίας.