Βιταμίνη D και αυτοάνοσα νοσήματα©

Υπό του Δρ. Δημητρίου Ν. Γκέλη - MD, ORL, DDS, PhD, Medical Life Coach

Ο ανοσοτροποποιητικές δράσεις της βιταμίνης D είναι αναγνωρισμένες τα τελευταία 50 χρόνια.· Παρά τούτο μόνο πρόσφατα άρχισε να γίνεται κατανοητή η σημασία αυτού του γεγονότος για την ομαλή λειτουργία του σώματος [1]

Είναι γνωστός από παλιά ο ρόλος της βιταμίνης D στο μεταβολισμό των οστών. Σήμερα γνωρίζουμε ότι η βιταμίνη D εκτός από την κλασσική οστεοπροστατευτική της δράση, ασκεί ανοσορρυθμιστική, αντιπολλαπλασιαστική και προδιαφοροποιητική δράση , που επιτυγχάνεται μέσω ενδοκυτταρίων υποδοχέων της βιταμίνης D [intracellular receptors of the vitamin (VDR)] [2].

Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης,

Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος, Διδάκτωρ της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Δαμασκηνού 46, Κόρινθος 20100, τηλ. 2741026631, 6944280764, e-mail:

pharmage@otenet.gr

www.gelis.gr,

www.gkelanto.gr,

www.allergopedia.gr,

www.orlpedia.gr

ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ:ΩΡΛ Αλλεργία, Εμβοές αυτιών, κακοσμία στόματος, Ροχαλητό, Βαρηκοία , Ίλιγγος, Διαταραχές οσφρήσεως και γεύσης,

Διαταραχές της φωνής, ΩΡΛ ογκολογία, Aντιγήρανση,

Προληπτική Ιατρική, Ιατρική Διατροφολογία, Συμπληρωματική Ιατρική, Περιβαλλοντική Ιατρική, Κόκκινο κρασί και Υγεία, Βιταμίνη D

Βάσει αυτών των δραστηριοτήτων της, η βιταμίνη D φαίνεται ότι προλαβαίνει το ξεκίνημα μερικών καρκίνων (παχέος εντέρου, μαστού, προστάτη, κλπ) και τελικά παίζει κάποιο ρόλο στην εξέλιξη μερικών δερματοπαθειών , όπως η ψωρίαση και η ατοπική δερματίτιδα.

Είναι πολύ καλά γνωστό ότι η παρουσία πολύ χαμηλών επιπέδων βιταμίνης D σχετίζονται με τον πολυμορφισμό του γονιδίου του υποδοχέα της βιταμίνης D [VDR gene], που μπορεί να σχετίζεται με μερικές φλεγμονώδεις νόσους . Βάσει των παραπάνω δεδομένων οι κύριοι μεταβολίτες της βιταμίνης D [25-υδροξυβιταμίνη D3 και 1,25-διδροξυβιταμίνη D3] αποτελούν κλινικούς σηματοδότες ορισμένων χρονίων και αυτοάνοσων νόσων [1].

Η βιταμίνη D ανακόπτει τις ανοσοαντιδράσεις γενικώς, αλλά ενισχύει τη μεταγραφή των ενδογενών αντιβιοτικών , όπως η καθελσιδίνη και οι ντεφενσίνες [3].

Η βιταμίνη D ανακόπτει τη γένεση των νόσων που δημιουργούνται με τη μεσολάβηση των Th1 και Th2-λεμφοκυττάρων [4] .

Η πλειοτροπικές δυνατότητες δράσης της βιταμίνης D οφείλονται στην τροποποίηση της μεταγραφής εκατοντάδων γονιδίων. Γιαυτό η συμπληρωματική χορήγηση βιταμίνης D3, όπως τούτο αναφέρεται στις πλείστες σχετικές μελέτες, περιόρισε την επίπτωση του άσθματος [5].

Πρόσφατα έχει αναφερθεί ότι η παγκόσμια αύξηση των αλλεργικών νόσων, όπως του άσθματος, της αλλεργικής ρινίτιδας και της τροφικής αλλεργίας σχετίζεται με την παρουσία χαμηλών συγκεντρώσεων βιταμίνης D στον οργανισμό [6].

Οι Th1-εξαρτώμενες αυτοάνοσές νόσοι (π.χ. η πολλαπλή σκλήρυνση, ο διαβήτης Τύπου 1, νόσο του Crhon, ρευματοειδής αρθρίτιδα κλπ) ανακόπτονται από τη βιταμίνη D , διότι ανακόπτεται η η αντιγονική παρουσίαση, περιορίζεται η πολικότητα των Th0 λεμφοκυττάρων προς Th1 λεμφοκύτταρα και περιορίζεται η παραγωγή κυτταροκινών από τα Th1 λεμφοκύτταρα [4].

Η βιταμίνη D φαίνεται επίσης να αποτελεί έναν χρήσιμο πρόσθετο θεραπευτικό παράγοντα για την πρόληψη της απόρριψης αλλομοσχευμάτων [7].

Επίσης η χορήγηση της βιταμίνη D μπορεί να είναι χρήσιμη στην πρόληψη ή τη συμπληρωματική θεραπεία της χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας [8, 4] .

Οι υπάρχουσες μέχρι τώρα επιδημιολογικές μελέτες υπογραμμίζουν την ύπαρξη ισχυρής σχέσης μεταξύ της υποβιταμίνωσης D και του υψηλότερου κινδύνου εκδήλωσης χρονίων νόσων διαφόρων αιτιολογιών, περιλαμβανομένων των αυτοάνοσων νοσημάτων. Επιδημιολογικές, γενετικές και βασικές μελέτες περιγράφουν τον πιθανό ρόλο της βιταμίνης D στην παθογένεση ορισμένων συστηματικών και αυτοανόσων νοσημάτων ειδικών οργάνων.

Αυτές οι μελέτες επιδεικνύουν ότι υπάρχει σχέση μεταξύ των χαμηλών επιπέδων της βιταμίνης D και της επίπτωσης αυτών των νόσων.

Επιπρόσθετα, ο πολυμορφισμός των υποδοχέων της βιταμίνης D που παρατηρείται σε μερικές από αυτές τις αυτοάνοσες νόσους μπορεί να υποστηρίξει την πιθανή ύπαρξη παθογενετικής σχέση τους.

Είναι αξιοσημείωτο ότι για μερικά από τα αυτοάνοσα νοσήματα δεν υφίσταται επιβεβαιωμένη συσχέτισή τους με τα χαμηλά επίπεδα της βιταμίνης D. Ενώ έχουν βρεθεί υποβιταμινικά επίπεδα D, σε σύγκριση προς υγιή άτομα, σε άλλες συστηματικές αυτοάνοσες νόσους, όπως π.χ. ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, η ρευματοειδής αρθρίτιδα, κλπ και σε ειδικές για όργανα αυτοάνοσες νόσους, όπως π.χ. η πολλαπλή σκλήρυνση, ο σακχαρώδης διαβήτης, η πρωτοπαθής χολική κίρρωση , κλπ, στις οποίες έχουν βρεθεί χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D.

Γιαυτό είναι χρήσιμη η συμπλρωματική χορήγηση βιταμίνης D3 [D3-Gkelin drops] στους ασθενείς που πάσχουν από αυτές τις νόσους. Χρειάζεται να γίνουν επιπλέον έρευνες για την ανακάλυψη των μηχανισμών μέσω των οποίων η βιταμίνη D επηρεάζει την αυτοανοσία [9] .

Προέχουσα θέση μεταξύ αυτών των αυτοάνοσων·νόσων που μπορούν να επηρεαστούν από τις συγκεντρώσεις της βιταμίνης D στον οργανισμό έχουν η·σκλήρυνση κατά πλάκας, ο·διαβήτης τύπου 1, οι φλεγμονώδεις νόσοι του εντέρου (ελκώδης κολίτιδα, νόσος του·Crohn) [10].

Πολύ πρόσφατες όμως μελέτες αναφέρουν ότι λοιμώξεις, όπως η·φυματίωση συνδέεται με την παρουσία χαμηλών συγκεντρώσεων επιπέδων25-υδροξυβιταμίνης στον ορό [11].

Η 1,25-διυδρόξυβιταμίνη D3 [1,25(OH)(2)D3] (ένας από τους κύριους μεταβολίτες της βιταμίνης D3) είναι μια βιολογικά δραστική μορφή της··βιταμίνης D3. Πρόκειται για μια σεκοστεροειδική ορμόνη, που είναι απαραίτητη για την ομοιοστασία των μεταλλικών στοιχείων των οστών.

Εκτός όμως από αυτή την ιδιότητα ρυθμίζει την ανάπτυξη και τη διαφοροποίηση πολλαπλών κυτταρικών τύπων και επιδεικνύει ανοσορρυθμιστικές και αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες.

Η ανοσορρυθμιστική λειτουργία της βιταμίνης D θεωρείται ότι παίζει σημαντικό ρόλο στη διατήρηση της υγείας.

Τα κύτταρα του·προσαρμοστικού ανοσοσυστήματος,·που είναι συστηματικά κύτταρα υψηλής εξειδίκευσης, έχει αποδειχτεί ότι είναι άμεσοι στόχοι των μεταβολιτών της βιταμίνης D.

Εκτός από αυτό το γεγονός τα κύτταρα του προσαρμοστικού συστήματος εκφράζουν τα ένζυμα που συμμετέχουν στο μεταβολισμό της βιταμίνης D, καθιστώντας τα ικανά να μετατρέπουν τοπικά··την·25(ΟΗ)D στον ενεργό μεταβολίτη της 1,25-διυδρόξυβιταμίνη D [1,25(OH)(2)D]·[1].

Μεταξύ των κυττάρων, ·που συμμετέχουν στις έμφυτες και τις προσαρμοστικές ανοσοαποκρίσεις περιλαμβάνονται τα μακροφάγα, ·δενδριτικά, Τ και Β-λεμφοκύτταρα, τα οποία εκφράζουν υποδοχείς της βιταμίνης D· και μπορούν ταυτόχρονα να παράγουν και να αποκρίνονται προς την 1,25(OH)(2)D(3).

Το τελικό απότέλεσμα του συστήματος της βιταμίνης D στην ανοσοαπόκριση είναι η ενίσχυση της έμφυτης ανοσίας που συνδέεται ·με την πολυπαραγοντική ρύθμιση της προσαρμοστικής ανοσίας [3] .

Μηχανισμοί όπως ο παραπάνω είναι σημαντικοί για την προαγωγή των των αντιμικροβιακών αποκρίσεων των παθογόνων μικροοργανισμών προς τα μακροφάγα· και για την ωρίμανση των δενδριτικών κυττάρων που μεταφέρουν και παρουσιάζουν αντιγόνα. Αυτό το γεγονός μπορεί να είναι η οδός κλειδί δια της οποίας η βιταμίνη D· ελέγχει τα Τ-λεμφοκύτταρα.

Παρά τούτο τα Τ-λεμφοκύτταρα ασκούν επίσης άμεσες αποκρίσεις· προς την 1,25-διυδρόξυβιταμίνη D και ιδιαίτερα στην ανάπτυξη των κατασταλτικών ρυθμιστικών κυττάρων·[1] .

Πειραματικά δεδομένα in vitro δείχνουν ότι η βιταμίνη· D κάνει· τα κύτταρα του προσαρμοστικού ανοσοσυστήματος να παράγουν ανοσοανοχή ,που μπορεί να την εκμεταλλευτεί κανείς στη θεραπεία των αυτοάνοσων νόσων.

Παρά τούτο θα πρέπει να σημειωθεί αυτά τα αποτελέσματα που προέκυψαν από την in vitro μελέτη· μπορεί να διαφέρουν· in vivo λόγω της επικοινωνίας που αναπτύσσεται μεταξύ διαφόρων κυττάρων που είναι ευαίσθητα στη βιταμίνη D . Oι υπάρχουσες πληροφορίες υποστηρίζουν την άποψη· ότι η βιταμίνη D· συμμετέχει θετικά· στη διατήρηση ή στην αποκατάσταση· της ανοσο-ομοιόστασης. Οι αναμενόμενες κλινικές μελέτες που γίνονται με συμπληρωματική χορήγηση βιταμίνης D· θα διευκρινίσουν περαιτέρω· τα αποτελέσματα της in vivo· δράσης της βιταμίνης D επί του ανοσοποιητικού συστήματος και της δυνατότητάς της να χρησιμοποιείται ως ανοσορρυθμιστικός παράγοντας στις αυτοάνοσες νόσους [2].

Οι επιδημιολογικές ενδείξεις δείχνουν μια σημαντική συσχέτιση μεταξύ της έλλειψης βιταμίνης D ·και αύξησης της συχνότητας διάφορων αυτοάνοσων νόσων. Η διαλεύκανση του φυσιολογικού ρόλου ·των ενδογενών αγωνιστών των υποδοχέων της βιταμίνης D (VDR) που αφορά τη ρύθμιση των αυτοάνοσων αποκρίσεων θα καθοδηγήσει στην ανάπτυξη φαρμακολογικών ·VDR αγωνιστών που θα χρησιμοποιηθούν κλινικά.

Οι αντιπολλαπλασιαστικές, προδιαφοροποιητικές, αντιβακτηριδιακές, ανοσρρυθμιστικές και αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες των συνθετικών VDR αγωνιστών θα μπορούσε να προωθήσει τη θεραπεία δια΄φορων αυτοάνοσων νόσων , από τη ·ρευματοειδή αρθρίτιδα μέχρι ον ερυθηματώδη λύκο και πιθανόν επίσης τη σκληρυνση κατά πλάκας , το διαβήτη τύπου Ι, τις φλεγμονώδεις νόσους του εντέρου και την αυτοάνοση προστατίτιδα [3].

Ουσιαστικές επιδημιολογικές έρευνες έχουν δείξει την ύπαρξη σχέσης μεταξύ των χαμηλών επιπέδων συγκέντρωσης της βιταμίνης D και του κινδύνου πρόκλησης πολλαπλής σκλήρυνσης (σκλήρυνσης κατά πλάκας), πράγμα που υποδηλώνει ότι η βιταμίνη D είναι ένας από τους περιβαλλοντικούς παράγοντες, που συμβάλει στην εκδήλωση αυτής της χρόνιας φλεγμονώδους νόσου του κεντρικού νευρικού συστήματος..

Συμπερασματικά οι παραπάνω παρατηρήσεις δηλώνουν ότι η βιταμίνη D είναι ο παράγοντας κλειδί που συνδέει την έμφυτη ανοσία (innate immunity) με την προσαρμοστική ανοσία (adaptive immunity) και ότι αυτές οι δύο λειτουργίες μπορούν να τεθούν σε κίνδυνο κάτω από συνθήκες ανεπάρκειας βιταμίνης D [12] .

Βασικές, γενετικές και επιδημιολογικές μελέτες περιγράφουν το δυνητικό ρόλο της βιταμίνης D στην πρόληψη των αυτοάνοσων νόσων [4].

Δοσολογία της συμπληρωματικής χορήγησης βιταμίνης D3

Επειδή η έκθεση στην υπεριώδη ακτινοβολία Β δεν είναι εφικτή σε όλους και οι προσλαμβανόμενες ποσότητες βιταμίνης D3 από τις τροφές που την περιέχουν ή τις εμπλουτισμένες τροφές με βιταμίνη D3, είναι ανεπαρκείς, για την ομαλή λειτουργία του οργανισμού και την πρόληψη χρονίων νοσημάτων, στα οποία περιλαμβάνονται και τα αυτοάνοσα νοσήματα, πρέπει νη βιταμίνη D3 να χρησιμοποιείται συμπληρωματικά, αφού πρώτα μετρώνται τα επίπεδα του κύριου μεταβολίτη της στον ορό, της 25-υδροξυβιταμίνης D3.

Ως έλλειψη βιταμίνης D3 ορίζονται τα επίπεδα της 25-υδροξυβιταμίνης D3 στον ορό < 20 ng/mL, ως ανεπάρκεια επίπεδα 21-29 ng/mL και ως επάρκεια τα 30-100 ng/mL. Για την πρόληψη της έλλειψης βιταμίνης D3 τα παιδιά < 1 έτους πρέπει να παίρνουν 400-1,000 IU/ημερησίως, τα παιδιά 1-18 ετών πρέπει να παίρνουν 600-1,000 IU/ημερησίως και οι ενήλικες 1,500-2,000 IU/ημερησίως [13] .

Oι επιθυμητές συγκεντρώσεις της 25-υδροξυβιταμίνης D3 στους υγιείς πρέπει να είναι μεγαλύτερες από τα 30ng/ml, ενώ στους πάσχοντες από αυτοάνοσα νοσήματα πρέπει να φθάνουν τα 50-80ng/ml.

Ανάλογα λοιπόν με τα επίπεδα των συγκεντρώσεων στον ορό της 25-υδροξυβιταμίνης D3 ρυθμίζεται και η καθημερινή δοσολογία της.

Συνιστάται η μέτρηση των επιπέδων της 25-υδροξυβιταμίνης D3 τουλάχιστον δύο φορές το χρόνο, στις αρχές του φθινοπώρου και τέλος άνοιξης. Στους πάσχοντες από κάποιο αυτοάνοσο νόσημα ο θεράπων ιατρός τους καθορίζει τη δοσολογία της βιταμίνης D3, η οποία μπορεί να φτάσει σε ορισμένες περιπτώσεις και τις 8000-10.000 ΙU ημερησίως. Tα σκευάσματα βιταμίνης D3 που κυκλοφορούν στο εμπόριο δεν έχουν όλα την ίδια απορροφησιμότητα από το έντερο.

Το σκεύασμα D3-Gkelin drops, που περιέχει βιταμίνη D3 [1000 ΙU ανά σταγόνα] έχει εξαιρετική απορροφητικότητα. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η βιταμίνη D3, εξασφαλίζει την απορροφητικότητά της ως λιποδιαλυτή βιταμίνη στο περιβάλλον του ελαιολάδου. Οι σταγόνες του D3-Gkelin drops πρέπει να χορηγούνται μια φορά την ημέρα, μετά το κυρίως γεύμα.

Όμως χρειάζονται περαιτέρω ελεγχόμενες και τυχαιοποημένες κλινικές μελέτες για να επιβεβαιωθεί η αποτελεσματικότητα της συμπληρωματικής χορήγησης της βιταμίνης D στα άτομα υψηλού κινδύνου να εκδηλώσουν κάποιο αυτοάνοσο νόσημα [14] .

Βιβλιογραφία

1. Carboni I, Campione E, Specchio F, Chimenti S. New functions and applications of Vitamin D in Internal Medicine. Clin Ter. 2012 Nov;163(6):e441-e444.

2. Santoro D, Caccamo D, Gagliostro G, Ientile R, Benvenga S, Bellinghieri G, Savica V. Vitamin D metabolism and activity as well as genetic variants of the vitamin D receptor (VDR) in chronic kidney disease patients. J Nephrol. 2012 Sep 13:0.

3. Dixon BM, Barker T, McKinnon T, Cuomo J, Frei B, Borregaard N, Gombart AF. Positive correlation between circulating cathelicidin antimicrobial peptide (hCAP18/LL-37) and 25-hydroxyvitamin D levels in healthy adults. BMC Res Notes. 2012 Oct 24;5:575.

4. Székely JI, Pataki A. Effects of vitamin D on immune disorders with special regard to asthma, COPD and autoimmune diseases: a short review. Expert Rev Respir Med. 2012 Dec;6(6):683-704. doi: 10.1586/ers.12.57.

5. Brown SD, Calvert HH, Fitzpatrick AM. Vitamin D and asthma. Dermatoendocrinol. 2012 Apr 1;4(2):137-45. doi: 10.4161/derm.20434.

6. Arshi S, Ghalehbaghi B, Kamrava SK, Aminlou M. Vitamin D serum levels in allergic rhinitis: any difference from normal population? Asia Pac Allergy. 2012 Jan;2(1):45-8. doi: 10.5415/apallergy.2012.2.1.45. Epub 2012 Jan 18.

7. Stein EM, Shane E. Vitamin D in organ transplantation. Osteoporos Int. 2011 Jul;22(7):2107-18.

8. Persson LJ, Aanerud M, Hiemstra PS, Hardie JA, Bakke PS, Eagan TM. Chronic obstructive pulmonary disease is associated with low levels of vitamin D. PLoS One. 2012;7(6):e38934. doi: 10.1371/journal.pone.0038934. Epub 2012 Jun 21.

9. Agmon-Levin N, Theodor E, Segal RM, Shoenfeld Y. Vitamin D in Systemic and Organ-Specific Autoimmune Diseases. Clin Rev Allergy Immunol. 2012 Dec 14.

10. Jussila A, Virta LJ, Salomaa V, Mäki J, Jula A, Färkkilä MA. High and increasing prevalence of inflammatory bowel disease in Finland with a clear North-South difference. J Crohns Colitis. 2012 Nov 6. pii: S1873-9946(12)00429-1. doi: 10.1016/j.crohns.2012.10.007. [Epub ahead of print]

11. Bhaumik S. Vitamin d supplementation for tuberculosis. Indian Pediatr. 2012 Nov 8;49(11):931.

12. Sterzl I. D vitamin and immunity. Vnitr Lek. 2012 May;58(5):405-10.

13. Holick MF. Evidence-based D-bate on health benefits of vitamin D revisited. Dermatoendocrinol. 2012 Apr 1;4(2):183-90. doi: 10.4161/derm.20015.

14. Antico A, Tampoia M, Tozzoli R, Bizzaro N. Can supplementation with vitamin D reduce the risk or modify the course of autoimmune diseases? A systematic review of the literature. Autoimmun Rev. 2012 Dec;12(2):127-36. doi: 10.1016/j.autrev.2012.07.007. Epub 2012 Jul 7.


Σημείωση: Το παρόν επιστημονικό άρθρο γράφτηκε για λόγους ενημέρωσης των ιατρών και των λοιπών επιστημόνων υγείας και δεν αποτελεί  μέσο διάγνωσης ή αντιμετώπισης ή πρόληψης ασθενειών, ούτε αποτελεί ιατρική συμβουλή για ασθενείς, από τον συγγραφέα ή τους συγγραφείς του άρθρου.

Την ευθύνη της διάγνωσης, θεραπείας και πρόληψης των ασθενειών τις έχει μόνον ο θεράπων ιατρός του κάθε ασθενούς, αφού πρώτα κάνει προσεκτικά ακριβή διάγνωση.

Γιαυτό συνιστάται η αποφυγή της αυθαίρετης εφαρμογής ιατρικών πληροφοριών από μη ιατρούς. Τα συμπληρώματα διατροφής δεν είναι φάρμακα, αλλά μπορεί να χορηγούνται συμπληρωματικά, χωρίς να παραιτούνται οι ασθενείς από  τις αποδεκτές υπό της ιατρικής επιστήμης θεραπείες ή θεραπευτικές τεχνικές και μεθόδους, που γίνονται, όταν χρειάζονται, υπό ιατρική καθοδήγηση,  παρακολούθηση και ευθύνη. Οι παρατιθέμενες διαφημίσεις εξυπηρετούν της δαπάνες συντήρησης της παρούσας ιστοσελίδας